Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2014

Είσαι ακόμα εκεί;
Σιωπηλό απόσταγμα αγάπης.
Στάζει και βουρκώνει την άμμο.
Μια άμμο που ο χρόνος πέταξε.
Χαμένος.
Είσαι ακόμα εκεί;
Θυμάμαι τον θάνατο που έλεγε,
<<Θα έρθω για σένα.>>
Αλλά με ξέχασε και αυτός.
Έλιωσα.
Η θλίψη βλέπεις το κάνει αυτό.
Είσαι ακόμα εκεί;
Στην γωνιά με βρήκε μια άλλη φίλη.
Με αγκάλιασε παθιασμένα,
σκοτεινά και ασφυκτικά.
<<Τι κάνεις μοναξιά;>>

Εκείνη γέλασε.
Και με κυρίευσε.

Είσαι ακόμα εκεί;

Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014

Φοίνικας


Σιωπηλά αναδύομαι απόψε.
Φοίνικας.
Περίλαμπρη η αμαρτία.
Στολίζει τον ουρανό.
Δεν με βλέπεις;
Δεν είναι ίδιος ο ουρανός;
Μάλλον οι αμαρτίες,
Δεν αστράφτουν όπως νόμιζα.
Δεν πειράζει.
Όλα τώρα είναι.
Όπως έμελλε να είναι.
Οριστικά.
Βροντερά τσακίζομαι απόψε.
Σκιά.
Συνείδηση τεμάχια.
Λερώνουν τον ουρανό σου.
Και τέλος;
Μένουν κάτι λέξεις.
Σε χαρτί τσαλακωμένο.
Σαν στο έδαφος ρημάζει ο ουρανός μου.

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2014

Τίποτα.
Αυτό το τίποτα,
μαζί με τα αστέρια.
Και η Lucy στην γωνία,
σιωπηλό φάντασμα.
Παρέα στο τίποτα.
Σε αυτόν τον κόσμο που ‘ρθαμε,
άνθρωποι γεννηθήκαμε,
σαν κτήνη τον διαβαίνουμε
και σαν ανάσα τον αφήνουμε.

Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2014

Σκοτάδι.
Φως.
Καταραμένες αντιφάσεις

Το μόνο γκρίζο στην ζωή μου,
αυτό τη πόλης.

Όπως σε κοιτώ.
Όπως σε ακούω.
Κλαίω.

Τα δάκρυα μέσα μου.
Θερίζουν θύελλες,
χρόνια σπαρμένες τώρα.

Αγκάλιασε με.
Και άσε αυτήν την ρημαδιασμένη
στιγμή να παγώσει.

Σαν μια χιονονιφάδα.
Στο φτερό μιας πεταλούδας.
Που πάγωσε.
Στον χρόνο.

Και σιωπηλά ούρλιαξε τον θάνατο της.


Στην γαμημένη αδιάφορη ανθρωπότητα.

Δευτέρα 21 Ιουλίου 2014

Η πόρτα χτυπάει.
Σε ώρα μικρή.
Σκοτάδι υπάρχει.
Ήρθες και 'συ.
Τι θέλεις;
Τι ζητάς;
Έδωσα.
Ψυχή και σώμα.
Έδωσα.
Κενός, μονάχος έμεινα.
Έδωσα.
Φύγε.
Στο τέλος μάρτυρες δεν θέλω.

Κυριακή 22 Ιουνίου 2014

Ω ξένε!
Τρέχα να αναγγείλεις στην νύχτα,
πως εδώ πέθανα.
Για χάρη της.
Φορώντας τον πορφυρό χιτώνα
του έρωτα.
Για χάρη σου.

Εξέπνευσα.

Τετάρτη 4 Ιουνίου 2014

Μήτε τα φύλλα, τα δέντρα,
μήτε ο ουρανός και η γη.
Οι οικοδομές, τα κτήρια,
μήτε ατσάλινα θεριά.
Τίποτα απ’αυτά να κρύψει δεν μπορεί.
Το μεγαλείο ενος άνδρα.

Που αγαπά χωρίς ντροπή,
και ανασαίνει κάθε χτύπο
σαν να είναι ο τελευταίος.
Που στην χαραυγή δακρύζει
και στην δύση λυπάται.

Αφέντη δεν χρειάζεται.
Τα στήθια του αρκούν.
Και ο θάνατος φοβάται,
κοντά του να βρεθεί.

Αλίμονο Σαϊγκο.

Θαρρώ πως δροσοσταλίδες γίναμε.

Που καταφύγιο δεν βρίσκουν.

Τρίτη 20 Μαΐου 2014

Γεννήθηκε μια ιδέα,
μια πρόστυχη και άυπνη βραδιά.
Κυματισμοί στο χάος,
απο κάτι ερωτευμένες ψυχές.
Μουγκρίζει η θάλασσα της αναμονής.
Και ‘μεις τα πόμολα γυρνάμε άσκοπα.

Κλειδωμένες πόρτες/ψυχές/συνειδήσεις.

Μα μια ιδέα γεννήθηκε.
Διέξοδο να βρεί γυρεύει.
Απο το στήθος του μυαλού απογαλακτίστηκε.
Σύρθηκε.
Βόγκηξε.

Μα κανείς δεν άκουσε/νοιάστηκε/πίστεψε.

Ώσπου η ιδέα πέθανε το χάραμα.
Σαν ξύπνησε το χάος.
Και ηρέμησε η αταξία.
Και βουτήξαμε ξανά στην ψευτιά.
Την καθημερινή.

Ξεκλείδωσαν οι πόρτες.
Οι ψυχές.
Οι συνειδήσεις.
Ξεχύθηκαν.


Και η ζωή συνεχίζεται.

Τρίτη 29 Απριλίου 2014

Για να κηδέψεις ενα όνειρο,
πρέπει πρώτα να το κάνεις.
Σαν ιδέα, σαν πνοή.
Σχηματισμός.
Σαν σμήνος.

Μετά πρέπει να πράξεις τα απαραίτητα.

Ξέρεις μωρε.
Ελπίδα, τόλμη και μεράκι.

Μέχρι που εκείνο αυτοκτονεί.
Μέχρι που τα αστέρια την πλάτη τους
γυρνάνε.

Και μένεις μόνος.

“Τι ξύλο θα βάλουμε;”

Ρωτάει το κοράκι.

“Βάλε ελπίδα.”

Στο τέλος όλα ταιριαστά να είναι.
Σαν σχηματισμός.
Σαν σμήνος.

Απο σκόνη/ονείρου/τολμηρού.

Δεν γαμιέται.

Ξανά απ’την αρχή.