Πέμπτη, 10 Φεβρουαρίου 2011

Ο Λαβύρινθος του τέλους.


Χάθηκα και πάλι στον λαβύρινθο του τέλους κυνηγώντας έναν μύθο. Στριγγή καταραμένη η φωνή μου να φωνάζει. Ένα όνομα. Ξανά και ξανά. Μα οι Θεοί γύρναν την πλάτη στην θέα του ανθρωπάκου. Στην θέα οι Θεοί συνένοχοι δεν θα’ναι .Και η ηχώ ταξιδεύει σαν κατάρα. Βαθεία. Όλο και πιο βαθεία. Σέρνομαι στα βάθη του σκότους, εκεί που δεν έχει ζέστη μήτε ανθρώπους. Εκεί που η λήθη βασιλεύει. Σκοτεινή αφέντρα πεταμένων ονείρων και ψυχών. Μας περιγελά και μας καλωσορίζει στο κενό της κυριαρχίας της. Κλαίω. Θλιμμένος φωνάζω το όνομα σου μες το σκότος.
            Φωνάζω στους Θεούς. Οίκτο! Αναπαύστε την θλιμμένη μου καρδιά. Να ζώ δεν θέλω πια. Εκείνη ήταν η ζωή μου και η ψυχή μου. Ένας ένας με δείχνουν και με περιγελούν.Ο Θνητός που τρελάθηκε. Ο Θνητός που πίστεψε. Συνεχίζω κλαίγωντας πιο μέσα χωρίς σταματημό.Τα πόδια μου γυμνά ματώνουν απο την κρύα πέτρα. Τα χέρια μου σκισμένα με καίνε απο τον πόνο. Τίποτα όμως δεν με νοιάζει απ’ αυτά. Το όνομα σου ψυθιρίζω. Σιωπηλά και σιγανά. Λες και θα κατέβεις να με σώσεις. Γελιέμαι όμως.
            Τι ψάχνω εδώ κάτω να βρώ δεν ξέρω. Ούτε πως βρέθηκα εδώ γνωρίζω. Έτσι ξαφνικά. Σαν ένα σκοτεινό εφιάλτη που περιμένω να τελειώσει για να ξυπνήσω. Έτσι βρέθηκα εδώ στον σκοτεινό αυτόν λαβύρινθο. Να χάνομαι βαθειά στους διαδρόμους, χωρίς διέξοδο. Χωρίς ελπίδα.Θα πέθανα. Αυτό είναι.Θα πέθανα και αυτή είναι η κόλαση μου. Αιώνια μοναξιά και σκότος. Έρμαιο της λήθης και του πόνου. Τσακισμένη ψυχή, πεταμένη στα βάθη του Άδη. Αυτό είμαι τώρα πια. Μια σκιά περασμένων αναμνήσεων που επιστροφή δεν έχουν. Μια ζωή που έζησα μαζί σου. Κοντοστέκομαι στο σκοτάδι και θυμάμαι. Τα μάτια σου. Μεθυστικά οπως τα μυστικά της ανατολής. Τα μαλλιά σου. Αγέρωχα οπως η θαλασσινή ψυχή σου. Τα χείλη σου. Μουσική συμφωνία υπέρμετρης απόλαυσης. Και όπως σε φέρνω στο μυαλό μου καταφέρνω και χαμογελώ. Δειλά δειλά χαμογελώ. Και ξαφνικά δεν με νοιάζει ουτε που είμαι ουτε τι απέγινε. Ξαφνικά καταλαβαίνω την αξία αυτών που έζησα μαζί σου.
 Γελάω δυνατά τώρα σαν μικρό παιδάκι! Και όπως γελάω οι σκιές υποχωρούν και μια ηττημένη κραυγή ακούγεται απο τα βάθη του σκότους. Όλα φωτίζουν τώρα μα εγω γελώ με την καρδιά μου. Φωνάζω Σ’αγαπώ με όση δύναμη μου απομένει στο τσακισμένο  σώμα μου. Νιώθω τα μάτια μου να καίγονται και δειλά δειλά τα ανοίγω. Πάει το σκοτάδι, πάνε οι σκιές και ο φόβος. Μια οπτασία στέκεται μπροστά μου μα δεν βλέπω. Με τυφλώνει το καθάριο φώς της. Μου απλώνει το χερι... Το φως υποχωρεί και τότε διακρίνω... Σε βλέπω και ξεσπάω σε δάκρυα χαράς. Με άκουσες τελικά. Ήρθες να με σώσεις. Και γω σου δίνω το χέρι μου και όπως μου χαμογελάς, λέμε και ο ένας στον άλλον. Σ’αγαπώ...

Δευτέρα, 7 Φεβρουαρίου 2011

Πεταλούδα

Αφιερωμένο στη Σοφία.
Σ’ευχαριστώ για την κριτική σου και την ειλικρίνεια σου.

Πέτα μακριά μικρή μου πεταλούδα σε άλλους τώρα κόσμους.
Πάνε εκεί που δεν μπορώ να έρθω.
Εκεί που θα΄σαι ευτυχισμένη και ποτέ ξανά θλιμμένη.
Εγώ εδώ θα σε θυμάμαι
Μια ανάμνηση γλυκεία μα και ενας πόνος στη καρδιά.
Πίσω μην κοιτάξεις.
Δεν θέλω να με δείς μήπως και τρομάξεις.
Δεν θέλω ποτέ να μάθεις πόσο σε αγάπησα.
Ούτε να με δείς να κλαίω.
Έτσι μπράβο!
Φύγε και κουβέντα άλλη μην μου πείς.
Μην νοιαστείς για μένα εκεί στην λήθη που θα είμαι.
Ξεχασμένος και μόνος θα κοιμάμαι.
Δικός σου όμως για πάντα.
Πρίν,τώρα, για πάντα.
Πέτα μίκρη μου πεταλούδα,πέτα.