Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

Ξανά και ξανά

Για Σένα

Τα μάτια σου μάτωναν αστροφεγγιά το βράδι που σε γνώρισα.
Πυρήνας ασημόλευκος με δάκρυα πλασμένος.
Φώτισες την ύπαρξη με μια άρρηκτη ματιά σου.
Αγέρωχη όπως γύρναγες στον κόσμο τον πολύ.
Την Πενθεσίλεια μου θύμισες.
Την άγρια αμαζόνα.
Και η αφή σου ποίημα θεικό, του ξορκισμού το χάδι.
Πριν σε γνωρίσω σε ονομάτισα.
Προστάτιδα της καρδιάς μου.
Φονιά της ψυχής μου.
Μου την έκλεψες με μια μόνο ματιά σου.
Και με έναν ψίθυρο μου είπες.
Σ'αγαπώ.
Έτσι όπως ξερίζωνες τα σωθικά μου.
Και το μυαλό μου σκόρπαγες στου κόσμου τους ανέμους.
Και τι δεν θα έδινα.
Να νιώσω τον όλεθρο ξανά.
Το χάδι σου το τρομερό.
Και εκείνο τον ψίθυρο.
Λίγο πριν συθέμελα με κομματιάσεις.
Λίγο πριν με αποτελειώσεις.
Ξανά και ξανά.

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2012

Εικόνες και αναμνήσεις

Μελωδικά παίζει η μουσική των αναμνήσεων.
Παλιό ακορντεόν και πιάνο μες την θλίψη.
Βιολί μοναχικό και χέρια μες 'τα μάτια.
Τα δάκρυα κυλήσανε στην θέα των εικόνων.
Έτσι όπως άκαρδα περνάνε απο μπροστά σου.
Εύχεσαι τα πράγματα να είχαν έρθει αλλιώς.
Μα γελιέσαι.
Τίποτα πίσω δεν γυρνά.
Οι τροχοί μόνο μπροστά πηγαίνουν.
Και όσο και αν κλαίς καρτερικά.
Και όσο και αν την λύτρωση γυρεύεις.
Η ζωή απλά σε προσπερνά.
Οίκτο δεν πρόκειται να δείξει.
Στο άσπλαχνο γιατί δεν θα απαντήσει.
Μήτε αυτή μήτε ο Θεός.
Στο άσπλαχνο γιατί τωρα θα σιώπησει.
Στα δάκρυα θα παραδοθεί.
Και αυτή μαζί με εσένα.
Εικόνες και αναμνήσεις περνάνε και πάλι απο μπροστά σου.
Τις βλέπεις;

Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2012

Ικέτης

Έπλασα Θεό.
Δικαιολογία ψάχνοντας τα αστέρια να αγναντεύω.
Απο τα δάκρυα τον πόνο και τις τύψεις σμίλεψα την άκρατη μορφή του.
Και στον πακτωλό της ορμητικής μας προδοσίας αφέθηκα.
Τα αστέρια και το άπειρο τον συντροφεύουν.
Τον Θεό αυτόν που έφτιαξα.
Μονάχος να μην είναι στα πέρατα του άναρχου.
Παρέα θε να 'χει το πυρ το άσβεστο.
Παρέα θε να ΄χει τον καημό τον ίδιο.
Τι περίεργο...
Ο Θεός αυτός την μορφή σου να έχει.
Τι περίεργος ο άνθρωπος..
Θεούς τους δαιμονές του να λατρεύει.
Έπλασα Θεό.
Και έπεσα ικέτης στα πόδια του.
Ορμητικά να τον λατρεύω μέρα-νύκτα.
Έπλασα Θεό.
Αμήν.


Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012

Στην άμμο του χρόνου

Ταξιδεψα στο άπειρο.
Λαθραίος επιβάτης στην γαλέρα του πόνου.
Έτριψα την άμμο του χρόνου στα χέρια μου.
Και είδα κάθε κόκκο να διαλύεται σαν άψυχο καρπό.
Κόκκινη ανατολή με ξύπνησε στην νήσο της κατάρας.
Και οταν ο ουρανός σκοτείνιασε, εκεί ήμουν.
Αμέτοχος παρατηρητής στην κάθε σταγόνα θλίψης.
Ποτέ όμως μα ποτέ καρδιά μου.
Ποτέ δεν συγκινήθηκα τόσο όσο όταν τα μάτια σου αντίκρυσα.
Βαθειά και ατελείωτα.
Μαρτυρίες αιώνων, περήφανη μαρτυρία της ανθρώπινης αγάπης.
Ποτέ όσο όταν μου κράτησες το χέρι.
Και με οδήγησες απο τα Τάρταρα στα Ηλύσια.
Και θλίψη σαν και αυτή που τώρα ξέρω δεν γνώρισα ξανά.
Της ευτυχίας το στερνό φιλί δεν σου έδωσα ποτέ μου.
Έτσι όπως χανόταν η μορφή σου στον ορίζοντα.
Έτσι όπως έχασα τον ήλιο απο την ζωή μου, δεν δάκρυσα.
Μονάχα όταν έφυγες έπεσε κόκκινο στο χώμα το δάκρυ.
Και έσβυσε ο ήλιος.
Και σειρά πήρε το σκοτάδι.
Όλα είναι κλειστά εδώ.
Άμμος στην κλεψύδρα δεν έμεινε.
Αλλα εγώ ταξίδεψα.

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2012

Ξημερώνει

Για τις νύχτες εκείνες.. Ξέρεις..

Σιωπηλές κραυγές αγγίξαν απόψε των αστεριών τις μύτες.
Δειλά γυμνωμένα αισθήματα κοινωνοί δικοί μας.
Και η κοινωνία παραδόθηκε τρεμάμενη στο κάλπασμα του έρωτα που έφυγε.
Ανεκτίμητο κενό την ψυχή σου τρύπησε.
Νοσταλγικό και νέο.
Όπως και 'σύ.
Στης τρικυμίας την άναρχη ελπίδα ακούμπησες.
Τρεμάμενο πουλί που καταφύγιο δεν βρήκε.
Πέρασε καιρός.
Και οι απολήξεις των νεύρων ακόμα καίνε.
Τσιγάρα που καρτερικά περιμένουν να σβύσουν, ανέλπιδα και μόνα.
Και οι τοίχοι του σπιτιού φαντάζουν με χίμαιρες.
Σαν αυτές που κυνήγησες.
Στην λεωφόρο της καρδιάς μας επικρατεί ησυχία απόψε.
Ξημερώνει θάνατος.
Ξημερώνει αγάπη.
Ξημερώνει τέλος.

Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2012

Μια στιγμή

Καταραμένες ψυχές γδύσαν απόψε το σαρκίο σου.
Τα όνειρα πετάξανε στο δρόμο πεθαμένα.
Χορέψανε στης φιλοδοξίας τον βρωμερό χορό.
Και ο θάνατος την πατρική του αγκαλιά άνοιξε να πέσεις.
Τέκνο χαμένο στου χρόνου την ατέλειωτη θλίψη.
Φριχτή αλήθεια στόλισε και πάλι την μιζέρια σου.
Άνοιξε τα μάτια και κοίτα γύρω.
Μισοσκότεινες μορφές περπατούν στις αποτυχίες σου όλες πάνω.
Ντύσου και βάλε τα καλά σου.
Το φόρεμα εκείνο της απελπισίας βάλε και ‘γω το κοστούμι του θανάτου.
Ας βγούμε έξω εκεί που οι πηγαίνουν οι ψυχές να κοιτάξουν.
Την θάλασσα την μαύρη που τους νέους πνίγει.
Έτρεξα τον χρόνο να προλάβω.
Μα γέρασα..
Τις αναμνήσεις να πνίξω προσπάθησα.
Μα πνίγηκα και ‘γω μαζί τους.
Και εσύ οίκτο ποτέ σου δεν χαράμισες για μένα.
Ούτε μια λέξη.
Μια στιγμή δεν χάρισες στην δόλια την ψυχή μου.
Μια στιγμή.