Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

Δημιουργία

Χωρίς  αρχή και τέλος.
Προϋπήρχες Θεέ μου του χρόνου.
Την πρώτη μέρα δημιούργησες το συναίσθημα.
Και την δεύτερη το έπλεξες με θρήνο και χαρά.
Την Τρίτη μέρα κάλεσες την ψυχή απο τα βάθη της ανυπαρξίας.
Και την τέταρη της έδωσες σκοπό.
Την Πέμπτη μέρα έφτιαξες το σώμα το ανθρώπινο.
Και την έκτη φύσηξες την ψυχή μέσα του να κατοικεί.
Την έβδομη έσυρες απο το χάος τα βάρη των αιώνων.
Και άσπλαχνα τα εναπόθεσες στην ανθρώπινη ψυχή.
Και έτσι πριν γεννηθώ.
Γραφτό μου ήταν χίλιους αιώνες θάνατο να ζήσω.
Για μερικές στιγμές ζωής.
Καλύτερα στην άβυσσο να μ’άφηνες.
Στο κενό.
Στο ανύπαρκτο γιατί.

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

Πολύ αργά

Θα σε ακολουθούσα στο σκοτάδι.
Το σκοτάδι εκείνο που τους θεούς μας σκότωσε.
Θα σε ακολουθούσα στο φώς.
Το φώς εκείνο που φωτίζει αλλά δεν τυφλώνει.
Παντού και πάντα θα ήμουν δίπλα σου.
Να ξεφυσάω την πνοή μου στην ψυχή σου.
Παιδί και γέρος να χάνομαι στης ματιάς σου το απέραντο κενό.
Αλλά όχι.
Η καρδιά σου πάγωσε και δεν χτυπάει πια.
Οι θεοί μας έπεσαν νεκροί στο αμαρτωλό χώμα της ζωής μας.
Σκιές σκελετωμένες οι αναμνήσεις που στραγγαλίσαμε με τα χέρια μας.
Και οι ψυχές μας θυσία στης ζωής τον πικρό ανίερο βωμό.
Ο Πρωτεσίλαος με δίδαξε αλλά το μάθημα ήρθε αργά.
Το μάθημα έρχεται πάντα πολύ αργά.
Θα σε ακολουθούσα παντού.
Στα λησμονημένα σοκάκια που πατήσαμε εκείνα τα Χριστούγεννα.
Στην οικοδομή που μου έμαθες χορό.Στα μέρη που ποτέ μου δεν σε πήγα.
Στο χάος και στην κόλαση πιο πέρα.
Αστρογεννημένη μου λατρεία στην κόλαση θα ξόδευα την αιωνιότητα.
Για ένα σου φιλί.
Τις αμαρτίες του κόσμου όλου θα έπαιρνα.Για ένα σου χάδι.
Και ευχαρίστως την ζωή μου θα έδινα για ένα σ’αγαπώ.
Αλλά τώρα πια είναι πολύ αργά.
Η ελπίδα πέθανε μόνη απαρηγόρητη.
Γιατί το μάθημα ήρθε αργά.
Πολύ αργά.






Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

Του ποιητή τα λόγια

Στην άβυσσο γέφυρες δεν υπάρχουν.
Πρέπει να τις φτιάξεις με τα χέρια.
Με τα λόγια να τις πλάσεις και τα έργα.
Τι κατάρα θέε μου έδωσες στον ποιητή.
Τα λόγια του το νήμα της ζωής να πλέκουν.
Όταν η νύχτα πέφτει, ας είναι τα λόγια του το φώς.
Και όταν η μέρα τον δρόμο σου φωτίζει ας είναι οι λέξεις καταιγίδα.
Ο ουρανός σκοτείνιασε και τα αστέρια σβύσαν.
Μα δεν φοβάμαι.
Του ποιητή τα λόγια έχω οδηγό μες στην καρδιά.
Και θάνατο βαθειά μες την ψυχή μου.
Μα δεν φοβάμαι.
Και αν γέφυρα στην άβυσσο δεν φτιάξεις, δεν πειράζει.
Πήδα ψηλά.
Μπορεί κανα αστέρι να πιάσεις, να σωθείς.
Και αν πάλι δεν μπορέσεις, στο καλό.
Στο επανιδείν.
Αντίο.
Γιατί για αυτά που αγαπάς, την υπέρβαση θα πρέπει πια να κάνεις.
Και αν θες την μοίρα σου να αλλάξεις, πήδα ψηλά.
Αν πάλι στον δρόμο σου μείνεις, μην φοβάσαι.
Να έχεις τον ποιητή μες την καρδιά.
Στο φώς και το σκοτάδι.
Να έχεις τον ποιητή μες την καρδιά.
Όπως αυτός σε έχει στην δικιά του.

Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011

Le roi est mort-vive le roi

Της ψυχής το κλάμα το φριχτό ακούστηκε στα τάρταρα.
Βογγήξανε οι ουράνοι και οι άγγελοι πιο πέρα.
Νερό δεν ρίχνει ο ουρανός μα της καρδιάς το αίμα.
Το νέκταρ του δαίμονα, της λησμονιάς η βέρα.
Ψυχή και σώμα ανίερος δεσμός, γάμος του θανάτου.
Γιατί κλαίς;
Ώστε είναι ο πόνος σου φριχτός;
Μέχρι να έρθει ο επόμενος ας είναι αυτός ο πιο φριχτός.
Άνθρωπος γεννήθηκες, φθαρτός και αξιολύπητος.
Τα δάκρυα γραφτό είναι να ρίχνεις πιο πολύ απο το γέλιο.
Και μέχρι τα μάτια να σηκώσεις, αεράκι η ζωή και πάει.
Και τώρα γερασμένος αργοπεθαίνεις στο νεκροκρέβατο.
Και απ’έξω ο όχλος δυνατά φωνάζει.
Le roi est mort-vive le roi!
Ο βασιλιάς πέθανε- ζήτω ο βασιλιάς.
Φύσηξε σήμερα.
Πως πέρασε η ζωή...

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

Μονόλογος


Μέρος 1ο- Μοναξιά

Αχ τι βράδι πάλι και τούτο... Στο παραθύρι που στέκομαι και κοιτώ την άδεια και αφιλόξενη πόλη το είδωλο μου βλέπω δακρυσμένο να καθρεφτίζεται πάνω στο άψυχο τζάμι. Τί; Πέρασε καιρός; Ναί. Μάλλον έχεις δίκιο. Γιατί θυμάμαι τις εποχές να αλλάζουν. Παρόλο που όλα είναι θολά, αυτό το θυμάμαι. Δεκατρείς μήνες ε; Τόσο πολύ... Πώς περνάει ο χρόνος. Τόσο απροσδόκητα γρήγορα και αναπάντεχα επώδυνα. Τόσος καιρός χωρίς την παρουσία σου, το φιλί σου ή ακόμα και την φωνή σου να σιγοψυθιρίζει λέξεις στοργής. Παγωμένη φυλακή κατάντησε η ζωή μου χωρίς εσένα, με εμένα σκλάβο στους τοίχους να σκαλίζω το όνομα σου με λέξεις που πονάνε. Μια θολούρα χωρίς την παραμικρή ευκρίνεια, μια θαμπή φωτογραφία του περασμένου αιώνα, ένα κενό. Αλλά ναί. Θυμάμαι τις εποχές να αλλάζουν. Και αυτό γιατί, δεκατρείς μήνες τώρα, στο ίδιο παραθύρι στέκομαι. Και μπάζει το ρημάδι. Μπάζει συναισθήματα και κρύο του θανάτου. Και εσύ πουθενά να μ’αγκαλιάσεις και να με ζεστάνεις. Ξεπέρνα το μου λένε όλοι. Προχώρα μπροστά. Είσαι τόσο δυνατός και αφήνεις αυτο το πράγμα να σε γονατίζει. Δεν γονατίζω όμως απο αδυναμία. Προσκυνώ το μεγαλείο των ατέλειωτων συναισθημάτων που ξύπνησες μέσα μου, χωρίς καν να γνωρίζω οτι αυτά κοιμόντουσαν, πόσο μάλλον οτι υπήρχαν. Τι και αν το κεφάλι σκύβω; Δεν αξίζει;! Μα θα είστε ανόητοι! Αν δεν αξίζει να κλαίς για την αγάπη για τί πράγμα αξίζει; Για το θάνατο η μήπως για την ύλη που χάνεται απ΄τις ζωές μας χωρίς να ξέρεις το γιατί.
            Όχι. Η αγάπη είναι μια παράξενη δύναμη. Ικανή για πράξεις ευγενικές αλλά και αποτρόπαιες. Άσπρο και μάυρο. Χωρίς ενδιάμεσες ζώνες να μπερδεύουν την ήδη πολύπλοκη ανθρώπινη φύση. Έτσι μου αρέσει, χωρίς γκρίζο. Αλλά δεν βαριέσαι αγαπημένη μου ανάμνηση... Τι σημασία έχει τώρα πια; Να, δές! Στοίβα τα χαρτιά στην γωνία με λέξεις γραμμένες μόνο για σένα. Και στο γραφείο κρατώ το ημερολόγιο μου. Και εκεί υπάρχεις. Κάποια βράδια φορώ την παλιά σου ζακέτα που ξέχασες. Αστείο θέαμα, και η πράξη ακόμη πιο γελοία σίγουρα. Αλλά να που νομίζω οτι έτσι σε φέρνω λίγο πιο κοντά. Και το βράδι καταφέρνω να περάσω, παρόλο που δεν είσαι εδώ.
            Άρχισε να βρέχει έξω. Και αυτό το άτιμο το παράθυρο μπάζει! Νομίζω απόψε θα βάλω ενα ποτό να μου κάνει παρέα. Θα με ζεστάνει λίγο μιας και δεν είσαι εδώ. Τόσα πράγματα θέλω να σου πώ. Θα τα πνίξω όμως στα δάκρυα μου γιατί είμαι σίγουρος πως για σένα δεν έχουν σημασία. Εγώ έμεινα σαν ασπρόμαυρη ταινία σε μια σύγχρονη εποχή να παίζω ακόμα. Νόμιζα οτι σε είδα προχθές στον δρόμο. Πράγμα ανόητο φυσικά μιας και είσαι πολύ μακριά. Αλλά να που για δύο δευτερόλεπτα, το μυαλό μου ξεγελάστηκε το έρμο. Με έπιασε ταχυπαλμία τρομερή και μετά γέλιο. Γέλασα με την ανοησία μου.  Δεν βαριέσαι. Στο κομοδίνο το ρολόι μου λέει την ώρα, και στης μοναξιάς την μαύρη θάλασσα κάθε γύρισμα του δείκτη, δυνατή βροντή στα αφτιά μου. Το ρολόι που μου πήρες εσύ. Το φοράω ακόμα. Είναι φθηνό. Σκέτο πλαστικό. Αλλά μου το πήρες εσύ. Και για μένα η αξία του δεν έχει όρια. Σαν την αγάπη μου για σένα.
Αχ! Τόσα θέλω να σου πώ... Το ποτό θα το αφήσω για άλλο βράδι. Τα δάκρυα με κουράσανε και θα πέσω για ύπνο τώρα. Όχι πως θα κοιμηθώ. Απλά θα τυλιχτώ με την ζακέτα σου και κάτω απο τα σκεπάσματα θα ονειρευτώ ξύπνιος. Μπορεί να είμαι τυχερός, που ξέρεις; Μπορεί να ονειρευτώ εσένα απόψε. Να σε δώ για λίγο. Μπορεί και όχι. Βρέχει έξω. Κάνει κρύο. Πάγωσε η καρδιά μου. Μου λείπεις. Καληνύχτα.

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2011

Σιώπησες

Σιώπησες...
Και ο αποσπερίτης πέθανε στου σκοταδιού την δίνη.
Τα αστέρια ιδέες έκφυλες, παραδωμένες στης νιότης τον άψυχο καρπό, ξεθώριασαν.
Μου έδωσες του θανάτου το φιλί το δειλινό που την ψυχή μου σκότωσα.
Εκείνη την άσπλαχνη ημέρα που έθαψα τα όνειρα στης μοναξιάς την μαύρη όχθη.
Σιώπησες...
Και ολάκερη η δημιουργία έχασε ένα τόνο.
Τις μαύρες νύχτες που πλέκω μελωδιές απο το έρεβος κλεμένες.
Και απλώνω στο μαύρο χάος τα λόγια της καρδιάς μου.
Κέντημα προικιό να μου χαρίσω στης ζωής τον μαύρο γάμο.
Βαρέθηκα τους κόκκους να μετρώ σε μια κλεψύδρα που πάτο δεν γνωρίζει.
Και ελπίδα να γυρέυω στης συντροφιάς το απόμερο ακρογιάλι.
Δεν είναι για όλους το ταξίδι.
Μα τα δάκρυα ψυχές δεν ξεχωρίζουν, και τις σπαράζουν όλες.
Δρυάδες σκοτεινές χορεύουν στα όνειρα μας πάνω.
Χορό διαβολικό σπαρμένο σε άλλωτε χωράφια χρυσοκέντητα.
Νομίζεις πως δεν νιώθεις;
Κάνεις λάθος και την σιωπή διαλέγεις.
Σιώπησες...

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2011

Δεσμώτης

Για Σένα...

Δεσμώτης της αγάπης σου στον ομφαλό της γής κλεισμένος.
Σε στροφές απόκοσμες τον δρόμο τώρα έχασα.
Σε έψαχνα σε σοκάκια χωρίς τέλος.
Ανάμεσα στα αστέρια, στο σύμπαν, και πιο πέρα.
Γιατί είσαι σιωπηλή;
Γιατί τα χείλη σφράγισες;
Το κεφάλι γύρισες την άβυσσο μην δείς και σε γοητεύσει.
Αχ αυτή η σιωπή σου!
Εκωφαντική και ανελέητη την μέρα-νύκτα κάνει.
Και γώ ακόμα την σκιά σου ψάχνω.
Ναυαγός μιας αγάπης που γραπώθηκε στο πνεύμα και την σάρκα.
Πλέω σε θάλασσες αγρίμια πληγωμένα.
Αχ και να ‘ξερες!
Την δύναμη σου να ξερες μονάχα.
Γιατρειά και φώς μπλεγμένα με τα αστέρια.
Αχ και να ‘ξερες!
Θέλει ξέρεις δύναμη να διώξεις αυτό που αγαπάς.
Απο το θάνατο πιο πέρα να το σώσεις.
Και αν με μίσησες και αυτό θα το αντέξω.
Και αν θες να με σκοτώσεις ψηλά το στήθος σου λέω θα πετάξω!
Χωρίς φόβο, χωρίς δισταγμό!
Μια λέξη σου να ακούσω.
Μια λέξη και ας χαθώ.
Γιατί το καντήλι της αγάπης δεν σβύνει έτσι απλά.
Και οι υποσχέσεις στην πέτρα χαραγμένες τον χρόνο θα νικήσουν.
Και η ψυχή θα μείνει να αγαπά αυτό που τώρα θέλει.
Αυτό που πάντα θέλει.
Σκεπάσου..

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2011

Εισπνοή Έρωτα-Εκπνοή Θανάτου


Για μένα. Για αυτά που στης νυχτιάς το έρεβος χαθήκανε για πάντα.

Ασβεστωμένα όνειρα σε κόμβους ατσαλένιους η αγάπη μας.
Στο άσβεστο του πόθου μας παραδοθήκαμε.
Τιμωρημένοι μαθητές στο θρανίο μιας ζωής.
Ζωής παράλογης με μίση φορτωμένη.
Τι έμαθα;
Τα όνειρα ραγιάδες δεν σηκώνουν.
Και οι ψυχές ελέυθερες θα αρμενίζουνε στα αστέρια.
Αντέχεις;
Πρέπει να αντέξεις αν θες τα όνειρα τον κόσμο να αντικρύσουν.
Παιδιά αγέννητα πνιγμένα στις κοιλιές μας.
Τον κόσμο λαχταρήσανε να δούνε.
Αμαρτωλά κριθήκανε πως είναι στης ζωής την ιερά εξέταση.
Και ο έρωτας;
Αυτό το αερικό που την ψυχή μαγεύει.
Ας φύγει, δεν το θέλω.
Με ψέματα ετούτος δεν μιλάει.
Ποτέ ξανά.
Εσύ τι έμαθες;
Πάρε μια άνασα βαθειά και πές μου.
Τόσο κραταέι ξέρεις το ψέμα που αποκαλέις ζωή.
Εισπνοή και έπειτα εκπνοή.
Εισπνοή έρωτα.
Εκπνοή θανάτου.